Μία κρίση δημιουργεί πάντα ευκαιρίες. Αυτή είναι μία άποψη που υπάρχει εδώ και αρκετούς αιώνες και θα έλεγα ότι συνεχίζει να έχει ισχύ. Πρακτικά, είναι σαν το κλασικό δίλημμα: ένα ποτήρι είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο; Πολλά πράγματα είναι θέμα οπτικής και το ίδιο ισχύει και για όσα συμβαίνουν με την πανδημία της COVID-19, η οποία έχει αλλάξει πλήρως τα δεδομένα στο χώρο του λιανεμπορίου.

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που έφερε η συγκεκριμένη κρίση είναι, φυσικά, η ενίσχυση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Όπως επίσης έφερε στο προσκήνιο και την ανησυχία των μικρών καταστημάτων λιανικής που λειτουργούν σε γειτονιές μίας μεγάλης πόλης, όπως η Αθήνα ή η Θεσσαλονίκη, ότι μετά το πέρας της πανδημίας δε θα μπορούν να ανταγωνιστούν τις μεγάλες αλυσίδες, οι οποίες έχουν περισσότερους πόρους προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του ηλεκτρονικού εμπορίου.

Όμως, θα μπορούσε κανείς να δει το ποτήρι ως μισογεμάτο. Το γεγονός ότι οι Έλληνες καταναλωτές χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τα online κανάλια πωλήσεων μπορεί να αποδειχθεί μία μεγάλη ευκαιρία για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ειδικά για τα καταστήματα γειτονιάς. Και αυτό γιατί, πολύ απλά, μπορούν πλέον να διευρύνουν την «εμβέλειά» τους.

Μέχρι τώρα, αυτά τα καταστήματα προσέλκυαν κυρίως πελάτες από την περιοχή όπου βρίσκονταν. Αν ενδεχομένως το κατάστημα βρισκόταν σε κάποια περιφερειακή εμπορική «πιάτσα», όπως το Χαλάνδρι ή η Γλυφάδα, ίσως το κοινό τους να ήταν και από τις γύρω περιοχές. Πολύ δύσκολα, όμως, ένας κάτοικος της Γλυφάδας θα «ανέβει» στο Χαλάνδρι για ψώνια ή το αντίθετο.

Πλέον, όμως, η απόσταση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Μπορείς να πουλήσεις οπουδήποτε στην Ελλάδα. Αρκεί να έχεις κάτι που δε θα βρει ο υποψήφιος πελάτης σου στην περιοχή του. Ή να έχεις δημιουργήσει μία σχέση τέτοια που να εμπιστεύεται περισσότερο από οποιοδήποτε τοπικό κατάστημα.

Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Χρειάζεται να κάνεις τις απαραίτητες κινήσεις προώθησης, από Google Ads και posts στα social media μέχρι ενδεχομένως και δημιουργία ενός newsletter που να απευθύνεται σε όσους έχουν ήδη κάνει κάποια αγορά από το κατάστημά σου.

Πρέπει, επίσης, να έχεις οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορείς να ανταποκριθείς στις αυξημένες πωλήσεις. Ή στο διαφορετικό προϊοντικό μείγμα για το οποίο ενδεχομένως να υπάρξει ενδιαφέρον.

Πολλοί θα πουν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι τα logistics. Και ενδεχομένως να είναι ένα μεγάλο εμπόδιο. Όμως, η πανδημία έδειξε ότι έχουν αρχίσει και κάνουν την εμφάνισή τους υπηρεσίες και εταιρείες που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες και των μικρών καταστημάτων που θέλουν να διευρύνουν την «εμβέλεια» τους, όπως και να προσφέρουν περισσότερες επιλογές στους πελάτες τους. Ακόμη, βέβαια, είμαστε στην αρχή αυτής της αλλαγής, αλλά μάλλον είναι καλύτερα να είσαι από τους πρώτους που θα δουν αυτή την ευκαιρία και όχι από τους τελευταίους.

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

 

Published in Επωνύμως…

Κακά ξεμπερδέματα μου φαίνεται ότι θα έχουμε, όσο συνεχίζουμε να μπαίνουμε στην εποχή της νέας κανονικότητας κουβαλώντας τα μυαλά της παλιάς... Κι όπως όλα δείχνουν, αυτό είναι κάτι που συμβαίνει πλέον όλο και πιο συχνά στους χώρους εργασίας -  τον τομέα όπου οι ανατροπές λόγω της αναγκαστικής, με αφορμή την πανδημία, μεταβολής του τόπου και του τρόπου που εργαζόμαστε, είναι μεγαλύτερες.

Από πού να ξεκινήσεις και πού να τελειώσεις… Αρχικά, η όποια ομοιομορφία που υπήρχε παλιά στην αγορά, σήμερα έχει χαθεί. Ανάλογα με τον κλάδο και την  επικινδυνότητά του απέναντι στον κορωνοϊό, αλλά και ανάλογα με την κατάσταση που επικρατεί σε κάθε χώρα, αλλού λειτουργούν οργανισμοί και επιχειρήσεις (έστω και με τη λήψη των μέτρων ασφαλείας που επιβάλλει η πανδημία) κι αλλού όχι… Που σημαίνει ότι άλλοι έχουν επιστρέψει στους χώρους δουλειάς κι άλλοι συνεχίζουν να εργάζονται από το σπίτι.

Όσοι επέστρεψαν (συχνά, έπειτα από κάμποσους μήνες απουσίας) νιώθουν -όπως διαβάζουμε στον διεθνή Τύπο- το ίδιο άβολα, όπως όταν ξεκινούσαν να δουλεύουν στο σπίτι.. Η κοινή επωδός είναι -Μα, τι κάνω εγώ εδώ, τώρα; και δικαιολογημένα αφού όλη αυτή την περίοδο είδαν στην πράξη ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος, πολύ διαφορετικός, για να καταλήξουν στο ίδιο (ή όχι πολύ διαφορετικό) αποτέλεσμα, από πλευράς παραγωγικότητας. Τα σχόλια που διαβάσαμε θέλουν πολλούς απ‘ όσους επιστρέφουν να μελαγχολούν, μετά τη χαρά της πρώτης-δεύτερης ημέρας και της συνάντησης με συναδέλφους live και όχι μέσω οθόνης, ίσως σε βαθμό ανάλογο της μελαγχολίας που είχαν έπειτα από ημέρες και εβδομάδες εγκλεισμού…

Άσε που μετά τις πρώτες χαρές, μπορεί να έρθουν και οι πρώτες αναταράξεις… Γιατί, αν οι εργαζόμενοι κατάλαβαν πως μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους αλλιώς, το ίδιο πιθανότατα κατάλαβαν και οι εργοδότες, που υποχρεώθηκαν σχεδόν εν μια νυκτί να αλλάξουν -με την καταλυτική βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας- δομές και διαδικασίες ώστε να συνεχιστεί η λειτουργία του οργανισμού ή της επιχείρησης. Οι αλλαγές και οι μετακινήσεις, οι αναδιαρθρώσεις και οι μεταβολές (όπως πχ. αυτές που συνοδεύουν τη μετάβαση στο cloud) αργά ή γρήγορα θα ταράξουν τα νερά και την ηρεμία των εργαζομένων. Πολλοί μπορεί να το δουν ως ευκαιρία για πρόοδο και ανάπτυξη, αλλά σίγουρα αρκετοί είναι κι εκείνοι που θα δυσαρεστηθούν, ειδικά αν ανήκουν σ΄ αυτούς (τα παλιά μυαλά, που λέγαμε στην αρχή) που -λόγω των αλλαγών και της δικής τους αδυναμίας να ακολουθήσουν- θα τους «φάει η μαρμάγκα».

Πρόσφατη παγκόσμια μελέτη του Institute for Business Value της IBM έδειξε πως ένας στους τέσσερις εργοδότες σκοπεύει να προχωρήσει σε «προσθαφαιρέσεις» προσωπικού μέσα στο χρόνο, υπακούοντας στα κελεύσματα των καιρών, με αλλαγές στη σύνθεση του εργατικού δυναμικού και παράλληλη μείωση του μέσου όρου ηλικίας στον οργανισμό ή την επιχείρηση. Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς, προσφορά και μάλιστα με αναβαθμισμένα προσόντα υπάρχει μεγάλη στην αγορά εργασίας…

Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι οι εργαζόμενοι που βρήκαν καλύτερο τον νέο τρόπο εργασίας και κατάφεραν να πείσουν τους εργοδότες τους (αρκετοί, ανάλογα με το είδος και τις απαιτήσεις της δουλειάς, δεν θέλουν ιδιαίτερη προσπάθεια…) να συνεχίσουν πάνω στο ίδιο μοντέλο, της δουλειάς από το σπίτι, άντε και μια ιδέα πιο «υβριδικό», δηλαδή, με σποραδικές εμφανίσεις στον χώρο δουλειάς – που περισσότερο με hub συνάντησης θα αρχίσει να μοιάζει τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτούς τα μαντάτα είναι πως -με δεδομένη την έκρηξη του κυβερνοεγκλήματος, καθότι ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται-  μάλλον θα υποχρεωθούν σε κάποια αναβάθμιση του εξοπλισμού και του λογισμικού τους, δαπάναις της επιχείρησης ή του οργανισμού.

Μάλιστα, παίζει δυνατά (σύμφωνα με όσα διαβάσαμε στον αγγλικό Τύπο) το σενάριο ανάθεσης με SLAs και όλες τις αναγκαίες δικλίδες ασφαλείας σε τηλεπικοινωνιακούς παρόχους συμβολαίων για managed home-working services με κατευθείαν συνδέσεις από τις κατοικίες των εργαζομένων στις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς. Αλλά, ας μην πάμε μακριά: κι από την Αθήνα τα νέα, όσον αφορά στη νομοθετική κατοχύρωση της τηλε-εργασίας που τώρα προετοιμάζεται, περιλαμβάνουν και αναφορά σ’ αυτό το φλέγον θέμα. Συγκεκριμένα, τονίζεται ότι «Ο προϊστάμενος του τηλε-εργαζομένου λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να πραγματοποιεί συναντήσεις με τους συναδέλφους σε τακτικά διαστήματα μέσω τηλεδιάσκεψης, καθώς και να έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες. Επίσης, η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να παρέχει στους εργαζομένους τον εξοπλισμό που απαιτείται, την εγκατάσταση και τη συντήρησή του». Ευρώπη, γίναμε!

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

Published in Επωνύμως…

Η έννοια του ηλεκτρονικού εμπορίου ή electronic commerce (e-commerce) εμφανίστηκε ουσιαστικά στο τέλος της δεκαετίας του ’90, πολύ πριν αρχίσουμε να ασχολούμαστε σοβαρά με το θέμα, με την έλευση του 21ου αιώνα. Στα τέλη της δεκαετίας ων ‘00s ήταν η σειρά τής εμφάνισης του mobile commerce (m-commerce), το οποίο μας απασχόλησε πραγματικά όταν τα smartphones έγιναν η κυρίαρχη συσκευή πρόσβασης στο Διαδίκτυο. Τώρα, έρχεται η ώρα να μάθουμε έναν καινούριο όρο, το αποκαλούμενο quick commerce ή q-commerce, όπως φαίνεται, είναι ο όρος που θα επικρατήσει.

Πρακτικά, το q-commerce είναι κατά κάποιον τρόπο το επόμενο βήμα της αγοράς των online παραγγελιών φαγητού και καφέ. Οι πλατφόρμες που εξυπηρετούν τα καταστήματα εστίασης είδαν ότι μπορούν να επεκτείνουν τη γκάμα των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους. Το μόνο που χρειάζεται είναι να δημιουργήσουν τις δικές τους ομάδες από διανομείς. Σημειωτέον δε, πως ήδη κάποιες πλατφόρμες online delivery είχαν προτιμήσει ένα μοντέλο που οι διανομείς είναι δικοί τους και όχι του καταστήματος. Το μοντέλο δηλαδή που στην Ελλάδα έφερε η Wolt.

Το q-commerce αφορά τη διεκπεραίωση παραγγελιών από οποιοδήποτε κατάστημα, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα (20-60 λεπτά). Στην Ελλάδα, η πρώτη φάση ήταν με τα online super market που συνεργάστηκαν με πλατφόρμες όπως το e-food και το Box. Τώρα, το e-food αλλά και η Wolt επεκτείνονται σε μικρά παντοπωλεία της γειτονιάς και σε φαρμακεία και σταδιακά νομίζω ότι θα δούμε κάθε είδους κατάστημα να αξιοποιεί τέτοιου είδους πλατφόρμες.

Το πλεονέκτημα για τα καταστήματα είναι ότι πρακτικά μπορούν να διευρύνουν το πελατολόγιό τους ή για την ακρίβεια την «εμβέλεια» του καταστήματός τους. Μην ξεχνάμε ότι σε πολλές περιπτώσεις, τα μικρά καταστήματα λιανικής έχουν πελάτες από την περιοχή όπου βρίσκονται. Με αυτά τα μοντέλα, όμως, θα μπορέσουν πιθανότατα να φθάσουν και σε λίγο πιο μακρινές περιοχές. Και αυτό είναι μία σημαντική αλλαγή για το λιανεμπόριο στην Ελλάδα.

Όπως, επίσης, είναι και ένα πρώτο δείγμα των αλλαγών που θα έρθουν τα επόμενα χρόνια. Η πανδημία του κορωνοϊού επιτάχυνε τις εξελίξεις, κυρίως επειδή οι καταναλωτές είναι πλέον πολύ πιο «ανοικτοί» σε τέτοιου είδους μοντέλα. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας.

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

Published in Επωνύμως…

Αργά ή γρήγορα, θα γινόταν – κάποια στιγμή, θα έφτανε ο κόμπος (ένας από τους πολλούς, τουλάχιστον) στο χτένι και θα είχαμε την πρώτη εμπλοκή… Τι μας τσαμπουνάει τούτος με κόμπους και χτένια, ίσως αναρωτιέστε. Προφανώς, αξιοποιώ τις αγαπημένες μου μεταφορές και παροιμίες, για να θέσω τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων, με αφορμή την εμπλοκή των τελευταίων ημερών στη μακρινή Αυστραλία, στην οποία πρωταγωνιστούν η εκεί κυβέρνηση και δυο εξέχοντα μέλη της φοβερής τετράδας των GAFA (Google – Apple – Facebook – Amazon, η πρώτη και η τρίτη στην περίπτωσή μας) που είτε αμέσως είτε εμμέσως ελέγχουν με μονοπωλιακό τρόπο μέγα πλήθος κλάδων και τομέων, όπως και των δικών μας δραστηριοτήτων σ’ αυτούς.

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όλοι γνωρίζουμε και κανείς δεν πρόκειται να το αμφισβητήσει ότι εκατομμύρια χρήστες (και σίγουρα η συντριπτική πλειοψηφία των νεότερων σε ηλικία) ενημερώνεται κυρίως από το Internet και μάλιστα όχι τόσο από τις ιστοσελίδες των ΜΜΕ, αλλά από τα κοινωνικά δίκτυα. Τα τελευταία (με προεξάρχον, φυσικά, το Facebook) «αξιοποιούν» επί δεκαετίες το έτοιμο περιεχόμενο, χωρίς να αποδίδουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, ούτε από δεοντολογικής αλλά ούτε κι από οικονομικής πλευράς. Μ’ άλλα λόγια, το χρησιμοποιούν, αλλά δεν το πληρώνουν κι αυτό ήταν παραδοσιακά σημείο τριβής ανάμεσα στους εκδότες, από τη μια πλευρά, και του δίδυμου FB και Google, από την άλλη. Κάπου στη μέση, έμπαινε και το θέμα της διαφήμισης, την οποία ελέγχουν απολύτως οι δυο εταιρίες με όλο το συναφές κύκλωμα, αφήνοντας κάτι σαν «αποφάγια» για τους υπολοίπους…

Αρκετές χώρες έχουν επικρίνει αυτές τις πρακτικές, απειλώντας με μέτρα και κυρώσεις (ευρύτερα, μάλιστα, καθώς ειδικά στην Ευρώπη οι συγκρούσεις σε συνδυασμό με την ελλιπή ή μη εφαρμογή του κανονισμού GDPR, έχουν συνοδευτεί από τα πρώτα «χοντρά» πρόστιμα, με τη Γαλλία να πρωτοστατεί), αλλά το «μπαμ» έγινε στην Αυστραλία. Η κυβέρνηση της Καμπέρα το είπε και το έκανε, ζητώντας με νόμο (κώδικα, όπως το λένε εκεί) από τις δυο εταιρίες να τα βρουν σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο με τα media της χώρας, όσον αφορά στην καταβολή κάποιων ποσών, αλλιώς να πάνε στη διαιτησία για να λυθεί το πρόβλημα.

Κι ενώ στην αρχή όλες οι πλευρές έδειχναν για μήνες την απροθυμία τους και τα «δόντια» τους ανταλλάσσοντας απειλές, πρόσφατα το μέτωπο διασπάστηκε (ο Άγιος και η φοβέρα του τίτλου): η μεν Google άρχισε να ανακοινώνει τη μια συμφωνία μετά την άλλη με τα media της Αυστραλίας, με σημαντικότερες βεβαίως εκείνες με τη News Corporation και τη Seven West Media, στον πολυεθνικό όμιλο ΜΜΕ του Ρούπερτ Μέρντοχ, ενώ το Facebook απλώς «τράβηξε την πρίζα», αυτή την εβδομάδα, κόβοντας την πρόσβαση σε τέτοιου είδους περιεχόμενο, κίνηση η οποία προκάλεσε σοκ και δέος, ξεσηκώνοντας τσουνάμι διαμαρτυριών. Ως τη στιγμή που γράφονται τούτες οι γραμμές, το πρόβλημα δεν έχει λυθεί – οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, αλλά η υποχώρηση δεν είναι εύκολη για καμία πλευρά.

Βλέπετε, το αποτέλεσμα της κόντρας στην Αυστραλία θα επηρεάσει ανάλογες καταστάσεις και σε άλλες χώρες: στη Γαλλία, η Google μάλλον καταλήγει σε συμφωνία  - πλαίσιο με τους εκδότες, στις ΗΠΑ το Facebook έχει κάνει κάτι αντίστοιχο με μερικά μεγάλα ονόματα (τις Wall Street Journal, Washington Post, USA Today), όμως η Google τα «έσπασε» στην Ισπανία, κλείνοντας το ειδησεογραφικό σκέλος της. Ίσως ρωτήσετε και με το δίκιο σας τι μας ενδιαφέρουν εμάς όλες αυτές οι «κοκορομαχίες» - στον κόσμο των επιχειρήσεων δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Άμεσα, ίσως όχι, αλλά έμμεσα ναι – από τη μια πλευρά, δεν είναι ιδιαίτερα υγιές λίγα μονοπώλια να ελέγχουν σχεδόν τα πάντα και να «απομυζούν» όλο και περισσότερο (εις βάρος άλλων) τον «χυμό» των χρηστών, επεκτείνοντας την αυτοκρατορία τους και κάνοντας μ’ αυτό τον τρόπο κάποιες αντίθετες φωνές να σιγήσουν.

Από την άλλη, όσο κι αν ακούγεται δύσκολο, κάποια από αυτά τα χρήματα που ίσως καταλήξουν στα ΜΜΕ απανταχού της Γης (τα περίφημα new revenue streams, που περιμένουν πώς και πώς οι εκδότες) μπορούν να ξεπληρώσουν χρέη, να αξιοποιηθούν στην ανανέωση παλαιού εξοπλισμού, να χρησιμοποιηθούν ως «μαγιά» για νέα εγχειρήματα, να φτάσουν στις τσέπες από καιρό απλήρωτων δημοσιογράφων… Λες να γίνει κάτι τέτοιο; Cross my fingers!        

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

 

Published in Επωνύμως…

Με τα online καταστήματα να αριθμούν πλέον αρκετές χιλιάδες και στη χώρα μας, η διαφοροποίηση αρχίζει να αποτελεί ένα όλο και πιο σημαντικό στοιχείο. Πολλοί καταναλωτές επιλέγουν μεν με βάση την τιμή αλλά όταν οι διαφορές είναι σχετικά μικρές, τότε το βασικό κριτήριο είναι πόσο κοντά ο εκάστοτε καταναλωτής με το κάθε e-shop. Κάτι που σημαίνει ότι οι καταναλωτές αρχίζουν να αναζητούν να έχουν μία πιο «στενή» σχέση με τα καταστήματα που επιλέγουν.

Πολλά ηλεκτρονικά καταστήματα θεωρούν ότι ένα newsletter με προϊόντα και προσφορές που αποστέλλουν είναι αρκετό. Ή απλά να αναρτούν φωτογραφίες νέων προϊόντων και προσφορές στα social media. Σταδιακά, όμως, για να γίνει πιο «δυνατή» η σχέση θα πρέπει να ενισχυθεί το αποκαλούμενο engagement, θα πρέπει να αρχίσουν να προσφέρουν περιεχόμενο.

Όταν γίνεται λόγος για περιεχόμενο, η πρώτη σκέψη όλων είναι στις φωτογραφίες και στα video. Όμως, το περιεχόμενο είναι πολύ περισσότερο. Είναι άρθρα, είναι κείμενα χρηστικά με συμβουλές και πολλά ακόμη πράγματα, που θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον στον καταναλωτή να τα διαβάσει. Και να εκτιμήσει την προσπάθεια που έκανε το κατάστημα να του δώσει αυτό το περιεχόμενο, το οποίο μπορεί να έχει σχέση με τα είδη που πουλά το e-shop αλλά δεν πρέπει να είναι διαφημιστικό. Η λέξη «χρηστικό» είναι κρίσιμης σημασίας.

Για παράδειγμα, σε ένα e-shop με αθλητικά είδη μπορεί να υπάρχουν συμβουλές για αξεσουάρ που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο άθλημα. Ή ειδήσεις για μία νέα τεχνολογία σε αθλητικά παπούτσια. Σε ένα e-shop με προϊόντα πληροφορικής, ένα άρθρο που επεξηγεί μία νέα τεχνολογία, είναι επίσης χρήσιμο.

Άρα, ένα ηλεκτρονικό κατάστημα είναι καλό να έχει ένα blog και γενικότερα να διαθέτει περιεχόμενο, το οποίο, μάλιστα, θα πρέπει να προωθεί μέσα από τα κανάλια επικοινωνίας που διαθέτει.

Φυσικά, το ερώτημα που ακολουθεί είναι αν πρέπει ένα e-shop να δημιουργεί το δικό του περιεχόμενο ή να χρησιμοποιεί περιεχόμενο που είναι διαθέσιμο από άλλες πηγές. Το ιδανικό είναι, προφανώς, να έχει δικό του πρωτότυπο περιεχόμενο. Αλλά όταν μιλάμε για μία επιχείρηση με σχετικά περιορισμένους πόρους, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Όμως, μπορεί να δημιουργήσει ένα blog με θέματα και άρθρα που υπάρχουν σε άλλα sites - με σαφή αναφορά στην πηγή όπως είναι προφανές - ή να «ποστάρει» θέματα και άρθρα στα social media του. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τη σχέση του με τον καταναλωτή. Ειδικά αν το περιεχόμενο που παρέχεται κινείται σε υψηλά επίπεδα από πλευράς ποιότητας.

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

Published in Επωνύμως…

Τώρα, βέβαια, εσύ φίλε αναγνώστη μπορεί να γελάς -αν δεν σιγοτραγουδάς κιόλας, βάζοντας αντί για το ‘γραφείο’, το ‘βενζινάδικο’, που λέει ο κανονικός στίχος του αγαπημένου άσματος- όμως, το θέμα είναι πια σοβαρό και γίνεται ολοένα σοβαρότερο, όσο η πανδημία συνεχίζει να μας κρατάει εγκλωβισμένους και να μας απομακρύνει όχι μόνο από τον τόπο, αλλά κι από τον τρόπο δουλειάς που ξέραμε και ακολουθούσαμε ως σήμερα. Και, οφείλω να το παραδεχτώ, ο τίτλος της στήλης είναι ήδη… ξεπερασμένος: προφανώς μπορώ πια να ‘χω το γραφείο μου στο σύννεφο, στο cloud – αυτό, άλλωστε, κάνω τους δώδεκα τελευταίους μήνες του εγκλεισμού. Και μάλλον θα συνεχίσω στο εξής, καθώς η αλλαγή παραδείγματος (το paradigm shift της διεθνούς ορολογίας) εδραιώνεται και ριζώνει μέρα με τη μέρα, τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο κοινωνίας…

Καθημερινά διαβάζουμε πως πότε μια πολυεθνική, πότε ένας διεθνής οργανισμός, πότε μια τοπική επιχείρηση αποφασίζουν να «διαβούν τον Ρουβίκωνα» και να υιοθετήσουν όχι μόνο βραχυπρόθεσμα, όσο κρατάει η πανδημία, αλλά μακροπρόθεσμα, μετά τη λήξη της (αμήν και πότε…) τον αποκεντρωμένο τρόπο εργασίας. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, η αποκέντρωση (που τη βλέπουμε, επίσης, σε μεγάλο βαθμό στην οικονομία – το decentralization αρχίζει πλέον να γίνεται θεσμός, ευρύτερα) δεν είναι μονάχα ανάγκη της εποχής, αλλά τάση που πάει να γίνει καθεστώς! Το αποδεικνύουν οι μεγάλες ανατροπές στον χώρο του real estate (όχι τόσο στην Ευρώπη και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα, όσο στις ΗΠΑ και την Ασία, για την ώρα), όπου οι «έδρες» και οι μεγάλες εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων πλέον συρρικνώνονται, στο πλαίσιο της αποκέντρωσης και της επιλογής για δουλειά από το σπίτι. Βεβαίως, δεν εξαϋλώνονται – τουλάχιστον, όχι ακόμα…

«Κάποια» γραφεία και «κάποιοι» χώροι θα συνεχίσουν να υπάρχουν, αλλά ο ρόλος τους θα είναι περισσότερο εκείνος του κόμβου, του hub, του «αγκυροβολίου», της σταθερής τοποθεσίας μιας επιχείρησης, όπου θα γίνονται συμβούλια και βασικές παρουσιάσεις, θα είναι το σημείο επαφής των στελεχών τις λίγες φορές που χρειάζεται διά ζώσης επαφή, θα παίζουν το ρόλο της βιτρίνας και του show-room, αν η φύση των προϊόντων και των υπηρεσιών δικαιολογεί κάτι τέτοιο. Και, βέβαια, θα προσφέρουν την απαραίτητη «άπλα» (το open plan βρίσκει, επιτέλους, την δικαίωσή του, αν και κάποιες εξαιρέσεις σίγουρα θα υπάρχουν) κι όλα εκείνα που επιβάλλονται ως εκ των ων ουκ άνευ, οι υγειονομικές συνθήκες τις οποίες θα πρέπει να τηρούμε ευλαβικά την εποχή της «νέας κανονικότητας», καθότι τα παθήματα, γίνονται μαθήματα – κανείς δεν θα θέλει να ξαναζήσει όσα ζήσαμε, κι ας δούλεψαν όλα αυτά στην πράξη ως καταλύτης και επιταχυντής για τον ψηφιακό μετασχηματισμό του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ευνοώντας την αλλαγή σκηνικού και το πέρασμα στην ανάπτυξη!

Δεν είναι λίγες, λοιπόν, αν κρίνουμε από τα δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο, οι μεγάλες επιχειρήσεις που απο-επενδύουν σε κτήρια και εγκαταστάσεις, επενδύοντας ταυτόχρονα σε συστήματα τηλε-εργασίας, σε αυτοματισμούς όπου αυτό είναι εφικτό, σε εύχρηστες πλατφόρμες συνεργασίας, σε εκπαιδευτικά προγράμματα πάνω στις νέες (απαιτητές εδώ και τώρα) δεξιότητες, αλλά βεβαίως και σε πιο αποτελεσματικά συστήματα ασφαλείας, καθώς στο πλαίσιο της απομακρυσμένης εργασίας, οι «κερκόπορτες» είναι πολλές και πρέπει να σφαλιστούν, αν στο εξής σκοπεύουμε να ακολουθήσουμε τον νέο τρόπο εργασίας…

Ο ορισμός του γραφείου, όπως όλα δείχνουν, πρέπει να ξαναγραφτεί βάσει των νέων αναγκών και προδιαγραφών, σύμφωνα με τα παραπάνω – όπως πρέπει να καταλογογραφηθούν τα νέα συστατικά του, τα εργαλεία που θα «γεφυρώσουν» τον παλιό με τον νέο τρόπο δουλειάς, θα διευκολύνουν το πέρασμα από την προηγούμενη στη νεότερη κατάσταση, εδώ και χθες: Πρόσφατη αμερικανική μελέτη (της Upwork, για όσους θέλουν να το ψάξουν περισσότερο) έδειξε ότι το 27% του εργατικού δυναμικού της χώρας θα εργάζεται εξ αποστάσεως ως τα τέλη του χρόνου και ότι περίπου 20 εκατομ. έχουν ήδη εγκαταλείψει τις μεγάλες πόλεις ή πρόκειται να το κάνουν φέτος…

Φυσικά, τόσο σοβαρές αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν από τη μια μέρα στην άλλη, όσο κι αν πιέζουν οι καταστάσεις, λόγω της πανδημίας. Θα χρειαστεί καιρός – όμως, το μεταβατικό στάδιο έχει ήδη ξεκινήσει, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό… Η ανθρώπινη παρουσία μου (και μας) λείπει, δεν αντικαθίσταται εύκολα από την ψηφιακή ευκολία, αλλά κάποια λύση θα βρεθεί και γι’ αυτό, να είστε σίγουροι. Το γραφείο στο σύννεφο είναι ένα πρώτο βήμα…

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

Published in Επωνύμως…

Με τις online αγορές να αποτελούν πλέον κομμάτι της καθημερινότητας και των Ελλήνων καταναλωτών, μία σημαντική πρόκληση κάνει την εμφάνιση της: τι γίνεται με τις επιστροφές προϊόντων;

Δεν είναι διόλου σπάνιο το φαινόμενο ένας καταναλωτής να κάνει κάποιο λάθος σε μία αγορά. Μπορεί να επέλεξε λάθος νούμερο στα παπούτσια ή στα ρούχα που παρήγγειλε, να πάτησε λάθος βιβλίο ή αντικείμενο που ήθελε, ή μπορεί το λάθος να έχει γίνει από το ίδιο κατάστημα. Γενικώς, λάθη συμβαίνουν.

Τα προβλήματα αρχίζουν όταν το λάθος αυτό θα πρέπει να διορθωθεί. Ιδίως όταν ο καταναλωτής έχει άμεση ανάγκη το προϊόν που παρήγγειλε. Για παράδειγμα, ένα βιβλίο για το σχολείο του παιδιού του.

Ορισμένα ηλεκτρονικά καταστήματα προσφέρουν τη δυνατότητα επιστροφής με επιπλέον χρέωση. Και ενδεχομένως αυτό να είναι αποδεκτό για αγορές προϊόντων κάποιας αξίας αλλά όταν μιλάμε για αξίες στα 10-20 ευρώ, τα 5 ευρώ μπορεί να φαίνονται υπερβολικά. Αν, βέβαια, το e-shop έχει και φυσικό κατάστημα κοντά στον καταναλωτή, η λύση είναι σχετικά απλή. Πάει εκεί και το αλλάζει. Αν, όμως, δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, ιδίως αυτή την περίοδο, τι γίνεται;

Το πρόβλημα είναι πως ελάχιστα online καταστήματα αναφέρονται στη διαδικασία επιστροφής στις ιστοσελίδες τους. Δηλαδή, να δίνουν σαφείς οδηγίες στον πελάτη τους τι θα χρειαστεί να κάνει σε περίπτωση που έχει γίνει κάποιο λάθος, ή δε μείνει ικανοποιημένος από το προϊόν. Ορισμένα προσφέρουν, βέβαια, τη δυνατότητα για αλλαγή ή επιστροφή χωρίς χρέωση, αλλά το πραγματικό ζήτημα είναι πως θα επιστρέψει το προϊόν ο πελάτης. Και πως θα πάρει πίσω είτε τα λεφτά του, ή το σωστό προϊόν.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο πελάτης θα πρέπει απλά να μην πετάξει τη συσκευασία και να πάει μετά σε μία εταιρεία courier και να το στείλει πίσω. Αλλά με ποια χρέωση θα γίνει αυτό; Πόσο εύκολο του είναι να μπει σε αυτή τη διαδικασία; Και μήπως τελικώς τον/την οδηγήσει σε εκνευρισμό τέτοιο που να σταματήσει να είναι πελάτης του συγκεκριμένου e-shop;

Γενικώς, είναι ένα ζήτημα που απαιτεί από ένα online κατάστημα να δημιουργήσει μία διαδικασία. Και επειδή είναι μία διαδικασία που σε κανέναν έμπορο δεν αρέσει, είναι συνήθως και η τελευταία με την οποία ασχολείται μία επιχείρηση.

Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι μία διαδικασία που αποτελεί μέρος της εμπειρίας του πελάτη. Λάθη γίνονται, όπως ανέφερα και πιο πάνω, και όλοι οι καταναλωτές το γνωρίζουν αυτό. Αν το e-shop εξυπηρετήσει γρήγορα και σωστά τον πελάτη που αντιμετωπίζει το πρόβλημα, τότε η εμπιστοσύνη του τελευταίου ενισχύεται και αυτό έχει πολλαπλά θετικά οφέλη σε επίπεδο πωλήσεων. Μήπως αυτός είναι ένας βασικός λόγος προκειμένου να αρχίσουν να ασχολούνται όλοι όσοι κινούνται στο χώρο του ηλεκτρονικού εμπορίου λίγο παραπάνω με το συγκεκριμένο θέμα;

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

Published in Επωνύμως…

Τώρα που μπήκαμε στον δεύτερο μήνα του χρόνου και «έκατσε η σκόνη» από τις αναδρομές και τις προβλέψεις, τους απολογισμούς γι’ αυτά που πέρασαν και τις μαντείες γι’ αυτά που θα έλθουν, ίσως είναι ώριμη πια η στιγμή να συζητήσουμε (τρόπος του λέγειν, βεβαίως - εγώ τα γράφω, εσείς τα διαβάζετε…) για τα τρία καλά της μοίρας μας. Τους τρεις πιο κρίσιμους τομείς στους οποίους πρέπει να δώσουμε φέτος βάρος και πόρους, ώστε να μπορέσουμε έστω και με το ζόρι, έστω και την τελευταία στιγμή, να ξεπεράσουμε τους ύφαλους και τους σκοπέλους, τις φουρτούνες και τα τσουνάμια που κρύβουν τα αχαρτογράφητα νερά, στα οποία μας έχει οδηγήσει εκόντες – άκοντες η πανδημία με τις επιπτώσεις της…

Όλοι να δώσουμε; Όλοι, βέβαια, επιχειρήσεις κάθε λογής, υπηρεσίες και οργανισμοί στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα - τα προβλήματα (όπως και το μέγεθος) μπορεί να είναι διαφορετικά ανά περίπτωση, αλλά το τσουνάμι δεν κάνει εξαιρέσεις… ό,τι βρει στο δρόμο του το παρασέρνει!

Κι επειδή "ο φόβος φυλάει τα έρ’μα", γι’ αυτό λέω να σηκώσουμε μανίκια και να επιταχύνουμε όσα έχουμε ήδη ξεκινήσει, εστιάζοντας περισσότερο στους τρεις βασικούς τομείς χωρίς τους οποίους, δεν… (τις επιπτώσεις μπορείτε να τις φανταστείτε και να τις συμπληρώσετε μόνοι σας). Βεβαίως, δεν πρόκειται για κάτι που (οι περισσότεροι) δεν ξέρετε – είναι κοινό μυστικό πια, πως η "συνταγή" για την επόμενη ημέρα περιλαμβάνει ψηφιακό μετασχηματισμό των πάντων, έμφαση στην επιμόρφωση και ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων και ανακατάταξη της παραγωγής, ώστε να συμβαδίζει με τα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν αφενός με την πρόοδο της τεχνολογίας, αφετέρου με τις ειδικές συνθήκες που επιβάλει πλέον η πανδημία. 

Αυτά είναι τα τρία καλά της μοίρας μας, το silver lining των πολλών κακών της πανδημίας, που μας υποχρέωσε να δούμε πολλά πράγματα αλλιώς, τον τελευταίο χρόνο, και να κάνουμε restart σε περισσότερα… Όλες οι έρευνες (η πιο πρόσφατη που έχουμε υπόψιν μας, είναι εκείνη της Deloitte) και οι ειδικοί συγκλίνουν σ’ αυτά τα τρία, θεωρώντας τα δράσεις-κλειδιά για την ανάπτυξη και της διατήρηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος. Είναι εύκολα όλα αυτά; Όχι! Είναι, τουλάχιστον, εφικτά; Ναι! Αρκεί να γίνουν οργανωμένα, με σχέδιο και στρατηγική, οργανωμένα κι όπου χρειαστεί παράλληλα (πχ. υποδομές μαζί με δεξιότητες). Γιατί, σε πολλά θέματα είμαστε ακόμα στην αρχή και ο χρόνος πιέζει.

Εν αρχή ην το Cloud, βεβαίως – η μετάβαση σ’ αυτό αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη για να ισχύσουν όλα τα άλλα, να ανανεωθούν και να εκσυγχρονιστούν οι αναγκαίες υποδομές, να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα και η ευελιξία, να υλοποιηθούν οι αναγκαίοι αυτοματισμοί από πλευράς λογισμικού (μιλάμε για Robotic Process Automation, βέβαια), να μπουν στην καθημερινότητα τα analytics και οι λύσεις που αξιοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη, παράλληλα βεβαίως με τη δεόντως αυξημένη (καθώς οι απειλές έχουν φουντώσει για τα καλά) επαγρύπνιση σε θέματα κυβερνοασφάλειας. Και μια αναγκαία προειδοποίηση: ο μετασχηματισμός δεν είναι κάτι που το έκανες και πάει, τελείωσε… πρόκειται για μακροχρόνια και διαρκή ιστορία, ένα ταξίδι χωρίς (εμφανή) τελειωμό, καθώς τα update είναι βασικός παράγοντας, όσες φορές χρειαστεί.

Φιλική συμβουλή: απευθυνθείτε σε ειδικούς – δεν είναι κάτι που μπορείς να κάνεις μόνος σου, ούτε κάτι στο οποίο μπορεί να σε βοηθήσει (ακόμα και μικρή επιχείρηση να είσαι, αν όχι ειδικά γι’ αυτές) ο γιός του φίλου σου, που τέτοια θέματα τα κατέχει καλά (όπως λέει ο πατέρας του – οι πιθανότητες να συμβαίνει κάτι τέτοιο στην πράξη, είναι στην πραγματικότητα μηδαμινές). Ρωτήστε, ψάξτε, δείτε, διαβάστε, βιαστείτε αν δεν έχετε ήδη ξεκινήσει. Οικονομικές λύσεις υπάρχουν, η σταδιακή υλοποίηση είναι επίσης κάποια λύση, όπως και η δυνατότητα για Business Transformation–as-a-Service (βγήκε και τέτοιο προϊόν στην αγορά, πρόσφατα).

Η εύρεση και αξιοποίηση του κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού είναι, ομοίως, μέγα θέμα, με την επανεκπαίδευση να αποτελεί βασικό όπλο για την αντιμετώπιση των νέων αναγκών, Βεβαίως, δεν είναι το μόνο: σημαντική και ενίοτε γρήγορη βοήθεια μπορεί να δώσει η εξαγορά μιας άλλης (συχνά νεοφυούς) εταιρείας με ξεχωριστές επιδόσεις και λύσεις σε ένα πρόβλημα, αλλά και η ανάθεση κάποιων εργασιών σε εξειδικευμένους τρίτους, όσο εκπαιδεύεται το "φυτώριο" της εταιρίας ή επιμορφώνονται οι "παλιοσειρές" (οι γνώσεις, χρόνια δεν κοιτούν, πια…).  

Τέλος, η ανακατάταξη της παραγωγής περιλαμβάνει είτε τη μεταφορά στα πάτρια ολόκληρων εργοστασίων, αλλά με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και άφθονη χρήση ρομποτικών διατάξεων, είτε την εκ βάθρων δημιουργία νέων μορφών εφοδιαστικής αλυσίδας, απόλυτα ελεγχόμενης και βασισμένης σε προηγμένες τεχνολογίες, όπως το Blockchain, που ευνοούν τη διαφάνεια και τις ταχύτατες αντιδράσεις, σε οτιδήποτε απρόβλεπτο.

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

Published in Επωνύμως…

Η κίνηση της Skroutz για την εξαγορά της SendX δεν αποτέλεσε ιδιαίτερη έκπληξη σε όσους παρακολουθούν τους τελευταίους μήνες το χώρο των ταχυμεταφορών και της ταχυδιανομής. Το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει «εκτοξευτεί» σε επίπεδα που οι εταιρείες του λιανεμπορίου ανέμεναν σε 3-4 χρόνια, οι Έλληνες καταναλωτές δείχνουν διατεθειμένοι να συνεχίσουν να αγοράζουν και μέσω του Διαδικτύου όταν η πανδημία του κορωνοϊού σταματήσει να μας απασχολεί και γενικότερα ο κλάδος παρουσιάζει κινητικότητα.

Το βασικό παράπονο των καταναλωτών έχει να κάνει με τις παραδόσεις των παραγγελιών. Και δεν είναι μόνο οι καθυστερήσεις, αλλά γενικότερα το υπάρχον μοντέλο έχει πολλά ελαττώματα. Όπως, για παράδειγμα, το ότι δεν ξέρεις πότε θα χτυπήσει το κουδούνι του σπιτιού σου ο διανομέας. Ή η πρακτική «αφήνω σημείωμα, χωρίς να χτυπήσω κουδούνι και έλα να το πάρεις από το κατάστημα»...

Πρακτικά, αυτό που κατανοούν άπαντες, είναι πως το υπάρχον μοντέλο πρέπει να αλλάξει. Για την ακρίβεια, η οργάνωση με τις κεντρικές αποθήκες θα παραμείνει, αλλά χρειάζονται και άλλες εναλλακτικές επιλογές για τους καταναλωτές. Και το ενδιαφέρον είναι πως οι Έλληνες καταναλωτές δείχνουν όλο και πιο έτοιμοι να πληρώσουν επιπλέον, προκειμένου να παραλάβουν την παραγγελία τους είτε πιο γρήγορα, είτε στο σημείο είτε το χρονικό διάστημα που επιθυμούν.

Το μόνο βέβαιο, είναι πως στο όχι πολύ μακρινό μέλλον θα δούμε να εμφανίζονται εταιρείες που θα προσφέρουν διαφορετικού τύπου υπηρεσίες όσον αφορά στην παράδοση παραγγελιών. Κάποια δείγματα έχουν ήδη αρχίζει να τα βλέπουμε. Οι κινήσεις του efood, που έχει φθάσει στο σημείο να παραδίδει μέχρι και παραγγελίες φαρμακείων και της Wolt να εισέλθει στην αγορά διανομής ειδών παντοπωλείου, αποτελούν δύο ενδιαφέροντα παραδείγματα.

Φυσικά, αναμένεται να δούμε και πολλά ακόμη μοντέλα. Είναι πολύ πιθανό να δούμε, για παράδειγμα, διεκπεραίωση παραγγελιών μέσα σε διάστημα 2 ωρών ή μικρά καταστήματα να συνασπίζονται προκειμένου να εξυπηρετούν πελάτες τους σε διαφορετικά σημεία μίας πόλης, ή ακόμη και της Ελλάδας. Η χώρα μας έχει μία ιδιαίτερη γεωγραφική διαμόρφωση, η οποία, από τη μία πλευρά, κάνει πιο δύσκολα τα πράγματα, αλλά από την άλλη δημιουργεί και νέες ευκαιρίες για υλοποίηση έξυπνων και καινοτόμων ιδεών.

Σε επόμενη φάση, είναι πιθανό να δούμε τις επιχειρήσεις λιανικής πώλησης (κάθε μεγέθους) να συνεργάζονται με πολλαπλούς παρόχους υπηρεσιών διανομής και διεκπεραίωσης παραγγελιών. Και ανάλογα με το είδος της παραγγελίας, αλλά και το τι ζητά ο πελάτης, να χρησιμοποιείται ο κάθε πάροχος. Ενδεχομένως, να φθάσουμε να δούμε και πιο εξειδικευμένες επιχειρήσεις ταχυδιανομής. Για παράδειγμα, εταιρείες που θα ειδικεύονται σε μεγάλα αντικείμενα ή σε πολύ μικρά, ή σε προϊόντα που χρήζουν ειδικής μεταχείρισης (π.χ. η μεταφορά να πρέπει να γίνεται σε ψυγείο).

Η περίοδος αυτή αλλά και τα επόμενα χρόνια θα παρουσιάσουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους ασχολούνται με το χώρο των logistics. Και θα δώσουν πολλές ευκαιρίες για νέες και καινοτόμες ιδέες.

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

Published in Επωνύμως…

Κλασικό το ερώτημα και σίγουρα φέρνει πολλές αναμνήσεις (όχι πάντα ευχάριστες…) από την εποχή της στρατιωτικής θητείας, στους άνδρες αναγνώστες αυτής της στήλης. Επόμενο «καρέ» ήταν η στεντόρεια αναφορά εκ μέρους του ερωτώμενου (ο ερωτών ήταν συνήθως κάποιος «μονιμάς» υπαξιωματικός), μαζί με το ανάλογο χτύπημα του ποδιού σε άψογη και ηχηρή «προσοχή»…

Αν το καλοσκεφτείτε, όλη αυτή η παράσταση (που ίσως να συνεχίζεται σε κάποιο βαθμό και σήμερα, δεν το γνωρίζω - τα «αγνά» χρόνια του στρατού, για μένα είναι κάμποσες δεκαετίες πίσω, πια) δεν ήταν παρά μια απλοϊκή “ID Identification”, μια ταυτοποίηση που θα λέγαμε στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή – κάτι ανάλογο μας ρωτάνε συχνά-πυκνά και σήμερα, σε πολλές και διάφορες φάσεις της καθημερινότητάς μας, μόνο που τις απαντήσεις δεν τις φωνάζουμε πια, προστατεύοντας την ιδιωτικότητά μας, αλλά τις δίνουμε με κάποιον άλλο τρόπο, πχ. με την πληκτρολόγηση κάποιου PIN ή άλλου κωδικού, που είτε θυμόμαστε απέξω, είτε μας έρχεται στο κινητό, αν είναι μιας χρήσης…

Όμως, σήμερα, έχει σημειωθεί μια μεγάλη αλλαγή: την ψηφιακή μας ταυτότητα δεν την ελέγχουμε εμείς, αλλά οι μεγάλες εταιρίες τεχνολογίας στις οποίες έχουμε εμπιστευθεί και παραχωρήσει πλήθος δραστηριότητες, με πρώτες και καλύτερες τις οικονομικές συναλλαγές μας. Καθώς η ζωή μας περνάει -της πανδημίας βοηθούσης- από την offline στην online εκδοχή της -με Κύριος οίδε τι επιπτώσεις, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους- αυτή η online ταυτότητα αποτελεί ουσιαστικά το κλειδί για την πρόσβαση του κατόχου της σε κάθε δράση που έχει να κάνει με την κοινωνία, την οικονομία, την ίδια τη δημοκρατία, τελικά…

Πολύ καλά τα λέει, τα τελευταία χρόνια, ο σερ Τιμ (ένας είναι ο «σερ Τιμ», ο Τιμ Μπέρνερς-Λι, ο εφευρέτης του Παγκόσμιου Ιστού, βεβαίως) που έχει κουραστεί να βαράει καμπανάκια για την ολοένα αυξανόμενη ισχύ και παρεμβατικότητα των γνωστών μονοπωλίων – ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε- και όχι μόνο, φτάνοντας στο σημείο να ζητάει ολική αναδόμηση του δικού του δημιουργήματος, που -στην πορεία- ξεστράτισε.

Να ήταν το μόνο; Ανάλογο ρόλο gatekeeper παίζουν πχ. και οι τράπεζες, που κρατούν και ελέγχουν τα δεδομένα των πελατών τους, κάθε μια για λογαριασμό της – ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, αυτόν τον ρόλο έπαιζαν ως τώρα, όμως το τοπίο αλλάζει με την έλευση του open banking, που επιβάλλει την «επιστροφή» των δεδομένων στον πελάτη – χρήστη και σε όποια τρίτη οντότητα δώσει εκείνος την άδεια να τα επεξεργάζεται και να προχωρεί σε κάποιες δράσεις για λογαριασμό του. Σημαντική και θετική εξέλιξη, που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού, σε πολλά πεδία…

Το θέμα της ψηφιακής αναγνώρισης ταυτότητας, πάντως, και της αξίας της σε οικονομικούς όρους παραμένει μείζον, όπως αποκαλύπτει πρόσφατη έρευνα της McKinsey, την οποία επικαλείται το βρετανικό Wired, για να τονίσει ότι αυτή θα μπορούσε να φτάσει ακόμα και το 6% του ΑΕΠ στις αναπτυσσόμενες χώρες και το 3% στις ανεπτυγμένες, ως το 2030. Ως πηγή αυτού του «πλούτου» προσδιορίζουν την αύξηση στη χρήση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, τη βελτιωμένη πρόσβαση στις θέσεις εργασίας, την αυξημένη παραγωγικότητα στον αγροτικό τομέα, τα υψηλότερα έσοδα από φόρους και τη μείωση της απάτης.

Η Παγκόσμια Τράπεζα υπολογίζει σε 1,8 δισεκατομμύρια τα άτομα χωρίς κάποια μορφή ταυτότητας στον πλανήτη, θεωρώντας τους περισσότερο ευάλωτους στην ψηφιακή εποχή απ’ ό,τι στην αναλογική. Βέβαια, ακόμα και από εκείνους που διαθέτουν online ID, συχνά ζητείται να «συνεχίσουν μέσω Facebook ή Google» - να οι παντοδύναμοι εγγυητές των δεδομένων, οι gatekeeper, που λέγαμε…

Υπάρχει λύση; Απ’ ό,τι φαίνεται, ναι – από φέτος θα αρχίσουμε να βλέπουμε (διεθνώς, βεβαίως, αν και οι εξελίξεις δεν αργούν πια να φτάσουν και στη χώρα μας) τους πρώτους Personal Data Servers (PDSs), ασφαλείς και κρυπτογραφημένους αποθηκευτικούς χώρους στο cloud, όπου θα φυλάσσονται προσωπικά δεδομένα με πλήρη και ουσιαστικό έλεγχο από τον κάτοχό τους, που θα μπορεί να τα διαθέτει κατά βούληση. Αυτές οι «θυρίδες» ίσως αποδειχτούν το ‘next big thing’ στον χώρο των δεδομένων, με πολλές και απτές προεκτάσεις, εφόσον «θεραπευτεί» το σημερινό πρόβλημα και βρει γρήγορα απάντηση το ερώτημα ’είσαι ο, και λέγεσαι’ του τίτλου…

 

Μοιραστείτε το άρθρο

 

 

Published in Επωνύμως…
Σελίδα 1 από 26

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Κόμβος πληροφόρησης για θέματα και εφαρμογές που αφορούν στις ψηφιακές τεχνολογίες και το Ηλεκτρονικό Επιχειρείν.

 

Newsletter

Εγγραφείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter για να λαμβάνετε τα πιο hot άρθρα στο email σας!